Το επαίσχυντο ξεπούλημα του ποδοσφαίρου της Βρετανίας

Διεθνή

Σύνταξη-επιμέλεια: Στέλιος Βασιλούδης

Η πώληση της Newcastle United στη Σαουδική Αραβία είναι σημαδιακή – για κάτι πολύ πιο θεμελιώδες και καταθλιπτικό – για το κράτος της Βρετανίας.

Στη βόρεια αγγλική πόλη του Newcastle upon Tyne, δεν υπάρχει Duomo di Firenze ή Sagrada Familia – ιστορικά και συμβολικά κτίσματα – που να υψώνονται ψηλά, που να  αντιπροσωπεύουν την πόλη, την ψυχή και το πνεύμα της. Δεν υπάρχει καθεδρικός ναός του Αγίου Παύλου, Notre-Dame ή Basilica di San Marco. Στο Newcastle, ο καθεδρικός ναός και το κάστρο είναι δευτερεύουσας σημασίας – το ίδιο και το ρωμαϊκό τείχος που χτίστηκε από τον αυτοκράτορα Αδριανό. Για το Newcastle, η ψυχή της πόλης είναι το μεγάλο, γοητευτικό, λοξό (και κάπως ερειπωμένο) γήπεδο ποδοσφαίρου, το Saint James Park, το οποίο υψώνεται πάνω από τον ορίζοντα ακριβώς στο κέντρο της πόλης.

Και τώρα αυτό το στάδιο, και το ταλαιπωρημένο ποδοσφαιρικό σωματείο που το καταλαμβάνει, ανήκει στη Σαουδική Αραβία – ή τουλάχιστον στο κρατικό ταμείο πλούτου της.

Ίσως να περίμενε κανείς πως αυτό θα προκαλούσε αντιδράσεις στο Newcastle. Σίγουρα δεν πρόκειται για κάποια παραδοσιακή χώρα που αγοράζει αγγλικό ποδοσφαιρικό σύλλογο. Πρόκειται για μια χώρα που διοικείται από τον άνθρωπο που οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν πως διέταξε τον τεμαχισμό του δημοσιογράφου Jamal Khashoggi, μιας χώρας που διεξάγει έναν βάναυσο πόλεμο στην Υεμένη, ο οποίος θεωρείται από τους πιο βάρβαρους στον κόσμο.

Και όμως, λίγοι στο Νewcastle φαίνεται να νοιάζονται. Και, γιατί να το κάνουν; Οι αντίπαλοί τους στην Αγγλική Premier League ανήκουν ήδη σε αρκετά (δυσάρεστα) καθεστώτα ή ανθρώπους: η Manchester City ελέγχεται από το Αμπού Ντάμπι και η Chelsea από έναν Ρώσο ολιγάρχη που διατηρεί στενούς δεσμούς με το Κρεμλίνο. Ποιο είναι το νόημα να απορρίπτεις τα χρήματα κάποιου, όταν κανείς άλλος δεν το κάνει; Η μεσολαβήτρια που διευκόλυνε την εξαγορά από την Σαουδική Αραβία, επέμεινε – με απίστευτο θράσος – ότι δεν είναι το κράτος της Σαουδικής Αραβίας που ανέλαβε το ποδοσφαιρικό κλαμπ της Newcastle, αλλά το κρατικό του ταμείο πλούτου, το οποίο όπως είπε, ασχολείται πραγματικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και τα δύο, φυσικά, διοικούνται από τον διάδοχο πρίγκιπα Mohammed Bin Salman.

Πέρα από αυτό το κυνικό έργο τέχνης, ωστόσο, η πώληση της Newcastle United είναι εμβληματική για κάτι πολύ πιο θεμελιώδες και καταθλιπτικό: για το κράτος της Βρετανίας.

Η αγγλική Premier League είναι ένα προϊόν που σχεδιάστηκε και μεγάλωσε σε μια διαφορετική εποχή, πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση, το Brexit και τον Donald Trump. Είναι ένα παράδειγμα ανοιχτής, ευρωπαϊκής, καπιταλιστικής Βρετανίας – μιας  Βρετανίας που τα έχει όλα και κερδίζει. Το πρωτάθλημα της είναι το πλουσιότερο και το πιο δημοφιλές στον κόσμο, με επενδυτικούς κανόνες και κανόνες ιδιοκτησίας που είναι πολύ πιο ανοιχτοί από αυτούς των ομολόγων του σε άλλες χώρες. Ενώ λειτουργεί στα πλαίσια μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής δομής, πωλείται και πλασάρεται πιο επιθετικά στον κόσμο από οποιονδήποτε ανταγωνιστή. Μοιάζει μάλλον με τον χρηματοπιστωτικό τομέα του Λονδίνου πριν από το Brexit: Ο μεγαλύτερος παίκτης σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίκτυο, αλλά πιο παγκόσμιος στο εύρος, την κουλτούρα και τις επενδύσεις του, από τους αντιπάλους του. Ο σύλλογος του Newcastle θα είναι σύντομα σε θέση να ανταγωνιστεί τους καλύτερους του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου γιατί θα είναι πιο πλούσιος. Αυτός, είναι ο καπιταλισμός εν ενεργεία (ή τουλάχιστον, ο καπιταλισμός με καύσιμο το – από το κράτος ελεγχόμενο – πετρέλαιο).

Στην πραγματικότητα, αυτό το μοντέλο είναι μάλλον σαν τη Βρετανία που προέκυψε από την επανάσταση της Margaret Thatcher τη δεκαετία του 1980. Έχει ξεχαστεί σε μεγάλο βαθμό τώρα, αλλά αυτός ο τιτάνας συντηρητισμού έκανε περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον πρωθυπουργό πριν ή από τότε για να εμβαθύνει την ενσωμάτωση της Βρετανίας στην Ευρώπη. Για την Thatcher, ο μεγάλος στόχος ήταν μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά από την οποία θα μπορούσε να πλουτίσει η Βρετανία, και έτσι άνοιξε τη χώρα σε ξένες επενδύσεις από όλο τον κόσμο, διατυμπανίζοντάς την ως την πιο οικονομικά φιλελεύθερη, ασφαλή και φιλική προς τις επιχειρήσεις, στην Ευρώπη. Για τους Ιάπωνες και τους Αμερικανούς επενδυτές, η Βρετανία έγινε η πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Ωστόσο, ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Σύμφωνα με την « Άνοδο και την πτώση του Βρετανικού Έθνους» του David Edgerton, οι μεταρρυθμίσεις της Thatcher δεν οδήγησαν σε αυτό που θα ήθελε. Σκοπός ήταν να αναστήσει τον βρετανικό καπιταλισμό και τη θέση του στο παγκόσμιο στερέωμα. Άλλωστε, τα βρετανικά χρήματα, κάποτε είχαν πλημμυρίσει τον κόσμο, αγοράζοντας περιουσιακά στοιχεία για βρετανικές εταιρείες. Ήδη, από τη δεκαετία του 1960, γράφει ο Edgerton, η Βρετανία ήταν μακράν το πιο πλούσιο μέρος της Ευρώπης. Μέχρι τη δεκαετία του 1980 αυτό δεν ίσχυε πλέον, καθώς η χώρα επέλεξε να επιχειρήσει την οικοδόμηση μιας σαφώς εθνικής οικονομίας, με εθνικοποιημένες βιομηχανίες και περιουσιακά στοιχεία.

Οι πολιτικές της Thatcher δεν αναζωογόνησαν τη βρετανική βιομηχανία, όπως ήλπιζε η ίδια. Σύμφωνα με τον Edgerton, «Το Ηνωμένο Βασίλειο έπαψε να έχει έναν σαφώς εθνικό καπιταλισμό και έγινε αντ ‘αυτού ένα σημαντικό χρηματοοικονομικό κέντρο, αυτή τη φορά σε μεγάλο βαθμό για τα χρήματα των άλλων». Τα επόμενα 30 χρόνια, η Βρετανία (και συγκεκριμένα το Λονδίνο) πρωταγωνίστησαν όλο και περισσότερο στην παγκόσμια οικονομία, προτού καταρρεύσουν όλα το 2008, καταστρέφοντας το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο που βασίστηκε στα κέρδη της.

Ο Edgerton υποστηρίζει ότι το Brexit, από μια άποψη, ήταν μια εθνική κραυγή για την επανάκτηση του εθνικού ελέγχου. Για τους απλούς εργαζόμενους – συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ζουν σε φτωχότερα μέρη της χώρας, όπως, για παράδειγμα, η περιοχή που περιβάλλει το Newcastle – αυτό είναι σίγουρα κατανοητό. Η ψήφος για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν, σε αυτή την πρώτη ανάγνωση, ένα είδος αυτοκρατορικού αντανακλαστικού, αλλά το αντίθετο: μια λαχτάρα για το είδος του τρόπου ζωής που υπήρχε στη Βρετανία μετά την αυτοκρατορία, όταν η οικονομία ήταν εθνική και όχι διεθνής.

Η Αγγλική Premier League και οι οπαδοί της, ωστόσο, συνεχίζουν σαν να μην έχει συμβεί τίποτα: στο Newcastle, ακούγοντας τα νέα, οι οπαδοί έσπευσαν στο Saint James Park, με μερικούς από αυτούς να φορούν ψεύτικες αραβικές μαντήλες, για να γιορτάσουν τα νέα πλούτη του συλλόγου τους.

Στο σύνολο τους, όλα αυτά φαίνονται εθνικά ακατανόητα. Ακούμε τον πρωθυπουργό Boris Johnson να λέει στο Συντηρητικό Κόμμα, στο ετήσιο συνέδριο του την περασμένη εβδομάδα, ότι το Brexit ήταν το απαραίτητο φάρμακο για την ανασυγκρότηση της βρετανικής οικονομίας, για να γίνει πιο βρετανική και υψηλής εξειδίκευσης (και καλύτερα αμειβόμενη). 

Επίσης, καυχιέται πώς απέτρεψε την δημιουργία μιας ευρωπαϊκής σούπερ λίγκας που, σύμφωνα με τον ίδιο, θα είχε υποβαθμίσει την Premier League – δημιουργώντας μια πανευρωπαϊκή έκδοση της. Αυτό, κατά τον Johnson, αντανακλά την «ξεριζωμένη  φύση της σύγχρονης ζωής», στην οποία οι άνθρωποι έχουν αποσπαστεί από τον εθνικό τους περίγυρο. Σαφώς υπάρχει μια αίσθηση ότι οι άνθρωποι νιώθουν «ξεριζωμένοι» μέσα  σε μια παγκόσμια οικονομία, στην οποία δεν έχουν κανέναν έλεγχο.

Ωστόσο, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος που είναι η έδρα του πιο πετυχημένου ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος στον κόσμο και (παρ’ολα αυτά) επιτρέπει στους συλλόγους του να αγοραστούν από τον οποιονδήποτε, αρκεί να διαθέτει αρκετά χρήματα, επειδή αυτό θα δημιουργήσει το καλύτερο προϊόν για πώληση στη διεθνή αγορά.

Η εξαγορά της Newcastle φαίνεται, κατά κάποιο τρόπο, να έχει γεννηθεί σε μια άλλη εποχή – παραμένει όμως σημαδιακή για το μέλλον. Πρόκειται για μια συμφωνία από την εποχή που η Βρετανία δεν ενδιαφερόταν από πού προέρχονταν τα χρήματα αρκεί να έφταναν στη χώρα, όταν ήταν ο καλύτερος φίλος της Κίνας στη Δύση, αδιαφορώντας για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (αυτής της χώρας) και όταν το Λονδίνο ήταν το σπίτι όποιου ήθελε να διοχετεύσει τα βρώμικα μετρητά του. 

Ωστόσο, η εξαγορά δεν είναι μόνο μια ματιά στο παρόν της χώρας, αλλά και στο μέλλον της. Το πρόσφατο τσουνάμι ειδήσεων που συνδέονται με τα Pandora Papers, υποδεικνύει τον κεντρικό ρόλο του Λονδίνου στην παγκόσμια βιομηχανία φοροδιαφυγής και ξεπλύματος. Εκείνη η εποχή υποτίθεται ότι είχε τελειώσει, εξοστρακισμένη από το Brexit και τον Boris Johnson -κι όμως παραμένει.

Η Newcastle σίγουρα φαίνεται να έχει κερδίσει κάτι από αυτή τη συμφωνία. Μήπως όμως έχει χάσει και κάτι; Κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί σε λίρες και πένες; Τι θα συμβεί στον καθεδρικό ναό του ποδοσφαίρου, τη στιγμή που θα μετατραπεί σε πλυντήριο της υπόληψης κάποιου άλλου;

Πηγή: The Washington Post

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *