Πως απόφαση του ΣτΕ ανοίγει υποθέσεις εικονικών τιμολογίων

Οικονομία

Με πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας η μεταγενέστερη του φορολογικού ελέγχου απόδειξη εικονικότητας φορολογικού στοιχείου θεωρείται «νέο στοιχείο».

Η φορολογική αρχή, κατόπιν διενέργειας επανελέγχου επί συμπληρωματικών στοιχείων, μπορεί να προβεί σε έκδοση πράξης επιβολής προστίμου για παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων αναγόμενες σε χρήση για τις φορολογικές υποθέσεις της οποίας έχει ήδη διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος και έχει προκύψει οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής.

Ωστόσο, με πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ διευκρινίστηκε ότι ως νέα στοιχεία τα οποία περιήλθαν μεταγενέστερα σε γνώση της φορολογικής αρχής δεν θεωρούνται τυχόν τιμολόγια πελατών και προμηθευτών της ελεγχόμενης εταιρείας, αλλά η απόδειξη της εικονικότητας αυτών που προήλθε από έλεγχο του Σ∆ΟΕ μετά τη συμπλήρωση της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής.

Το ΣτΕ θεώρησε ότι η στάση του δεν παραβιάζει τη σχηματισθείσα νομολογία που αφορά το θέμα, καθώς η απόδειξη της εικονικότητας από τη φορολογική αρχή απαιτεί συχνά επισταμένους διασταυρωτικούς και χρονοβόρους ελέγχους, με εμπλοκή περισσότερων υπηρεσιών.

Πάντως, σύμφωνα με εγκύκλιο (2042/2022) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) με την οποία παρέχονται διευκρινίσεις σχετικά με τα πρόστιμα που αφορούν στις παραβάσεις έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευσης φορολογικών στοιχείων, καθώς και καταχώρισης στα βιβλία αγορών ή εξόδων που δεν έχουν πραγματοποιηθεί και για τα οποία δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο, οι κυρώσεις στις περιπτώσεις αυτές έχουν καταστεί «σχεδόν χάδια».

Η εν λόγω εγκύκλιος επικαλείται την απόφαση 2319/2021 του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε επί προδικαστικού ερωτήματος, και με την οποία κρίθηκε ότι η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης διοικητικής κύρωσης έχει πεδίο εφαρμογής και επί του κατά περίπτωση προβλεπόμενου διοικητικού προστίμου για την παράβαση λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο, στη βάση αυτή, επιβάλλεται, εφόσον είναι ευμενέστερο, το πρόστιμο των 2.500 ευρώ ανά ελεγχόμενο φορολογικό έτος κατά το οποίο διαπιστώνεται η τέλεση τέτοιων παραβάσεων.

Προσοχή μιλάμε για 2.500 ευρώ ανά χρήση, ανεξάρτητα από τον αριθμό των εικονικών ή πλαστών ή νοθευμένων στοιχείων ή του πλήθους των καταχωρίσεων στα βιβλία αγορών ή εξόδων που δεν έχουν πραγματοποιηθεί, υπό την προϋπόθεση ότι το αδίκημα διαπράχθηκε έως τις 16.10.2015.



Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *