Λαύριο: 125 χρόνια από την απεργία που άνοιξε δρόμο στο εργατικό κίνημα

Ελλάδα

Η πρώτη φλέβα ασημιού, που αναφέρει ήδη ο Αισχύλος στους «Πέρσες» ως πιθανή αιτία που οι Έλληνες νίκησαν στους άνισους αγώνες τους εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας, αποδεικνύεται στην πορεία του χρόνου όχι απλώς υπαρκτή, αλλά και ανεξάντλητη.

Είναι η πρώτη αναφορά στο υπέδαφος της λαυρεωτικής γης, όπου μία δεκαετία πριν, το 483-2 π.Χ., έχει ανακαλυφθεί φλέβα αργύρου. Τα μεταλλεία ανήκουν στην αθηναϊκή πολιτεία. Ένα ποσοστό των εσόδων αφιερώνεται στους θεούς («δεκάτη») και ένα μεγάλο μέρος μοιράζεται στους πολίτες. Η νέα φλέβα αποδίδει στην πόλη 100 τάλαντα, αλλά αντί για τη συνήθη πρακτική, ο Θεμιστοκλής αντιπροτείνει η πόλη να δανείσει από ένα τάλαντο σε 100 πλούσιους πολίτες, προκειμένου να ναυπηγήσουν από μία τριήρη, προσθέτοντας ένα ακόμα τάλαντο από τα δικά τους εισοδήματα. Η Εκκλησία του Δήμου κάνει την πρόταση αποδεκτή. Στα επόμενα τρία χρόνια ναυπηγούνται 100 νέες τριήρεις. Παραμονές της εκστρατείας του Ξέρξη (480 π.Χ.), η Αθήνα αριθμώντας 200 πλοία είναι πλέον η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη της Ελλάδας, ανώτερη ακόμα και από την Κόρινθο και την Αίγινα, πόλεις που διαθέτουν παραδοσιακά το προβάδισμα. Η ελληνική συμπολιτεία κατατροπώνει τους Πέρσες.

Κι έτσι, ο θησαυρός της λαυρεωτικής γης όχι μόνον έχει συντελέσει καθοριστικά στη νίκη του ελληνικού στόλου στη Σαλαμίνα, αλλά έχει αξιολογηθεί σοφά ως πυλώνας στη ναυτική υποδομή των πόλεων της ελληνικής συμμαχίας.

Το πλούσιο υπέδαφος της λαυρεωτικής γης θα τροφοδοτεί για αιώνες την Ελλάδα. Νομίσματα, κτερίσματα, σκεύη θα κατασκευάζονται από το μετάλλευμα των ορυχείων του Λαυρίου. Υπολογίζεται ότι από τον 7ο αι. π.Χ. έως και τον 1ο, η γη στο άκρο του αττικού λεκανοπέδιου δίνει συνολικά 3.500 τόνους ασήμι και 1.400.000 τόνους μόλυβδο. Έκρηξη παραγωγής μεταλλεύματος, και δη αργύρου, καταγράφεται κατά την κλασική εποχή, με μέση ετήσια παραγωγή 30 τόνους.

© ΑΠΕ-ΜΠΕ

Όμως, τόσο η ανακάλυψη πολύτιμων μετάλλων και σε άλλες περιοχές της ελληνικής επικράτειας όσο και ο μαρασμός στο οποίο για πολλά χρόνια πέφτει η αθηναϊκή πολιτεία, μετά τη συντριβή στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οδηγούν τα ορυχεία του Λαυρίου σε παρακμή.

Τον 2ο πια αι. μ.Χ. οι εξορυκτικές δραστηριότητες στο Λαύριο διακόπτονται πλήρως. Η υπεράντληση μεταλλεύματος οδηγεί σε όλο και βαθύτερες στοές, όπου πλέον το νερό γίνεται σύνηθες εύρημα και δεν ευνοεί διόλου τη διαδικασία εξόρυξης.

Επιπλέον, οι Ρωμαίοι έχουν ρίξει την προσοχή τους σε άλλα, «ευκολότερα» και πλουσιότερα ορυχεία, σε Ισπανία και Σαρδηνία, οπότε απαξιώνουν εντελώς τη λαυρεωτική γη, η οποία από εκεί που κατέχει τα πρωτεία στην παραγωγή, βρίσκεται να τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από άλλες χώρες.

Κι εδώ η ιστορία των λαυρεωτικών μεταλλείων χάνεται. Το γεγονός οδηγεί τους μελετητές στην εκτίμηση ότι ένα λουκέτο σφράγισε την όποια εξορυκτική δραστηριότητα για πολλές δεκαετίες πριν την έλευση των Οθωμανών. Αλλά και τότε τίποτε δεν αλλάζει. Για αιώνες, το πολύτιμο υλικό της γης μένει αναξιοποίητο στα σπλάχνα της. Το ελληνικό έδαφος δέχεται τη λαίλαπα του οθωμανικού ζυγού και το Λαύριο δεν είναι παρά ένας έρημος κακοτράχαλος τόπος στην άκρη του πουθενά, με ιστορία αδιάφορη ή μάλλον άγνωστη στους κατακτητές. Το χρήμα κυκλοφορεί άφθονο στην αυτοκρατορία, αλλά δεν παράγεται εδώ. Από την Ελλάδα είναι περαστικό.

Η νέα εποχή των μεταλλείων

Αυτόν τον παλαιό πλούτο της γης του Λαυρίου εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αι. να εκμεταλευτεί εκ νέου ένας δαιμόνιος Ιταλός επιχειρηματίας, ο Τζιανμπατίστα Σερπιέρι. Ακολουθώντας κατά βήμα τη δραστηριότητα του πατέρα του, τόσο στην ενασχόληση με την πολιτική, όσο και με τις μεταλλευτικές εξορύξεις, ο Τζιοβάννι Μπατίστα έχει εκπαιδευτεί μέσα στα μεγάλα σαλόνια να βλέπει τις ευκαιρίες.

Κατά μία εκδοχή, για την πλούσια λαυρεωτική γη πληροφορήθηκε σε ένα από αυτά τα σαλόνια από τον σπουδαίο Έλληνα της διασποράς, μεταλλειολόγο Ανδρέα Κορδέλλα, ο οποίος είχε επισκεφθεί το Λαύριο και είχε ήδη συντάξει μια εξαιρετικά ελκυστική μελέτη «περί ανάτηξεως σκουριών και επεξεργασίας εκβολάδων» (εκ νέου λιώσιμο των περιττωμάτων μετάλλων και επεξεργασία απορριμμάτων μεταλλουργικών εργασιών).

Κατά μία δεύτερη εκδοχή, καθώς ο Ιταλός περιδιάβαζε σε ερημική παραλία του Κάλιαρι, πρόσεξε ένα πλοίο που άδειαζε τη σαβούρα του. Διαπιστώνοντας ότι η «σαβούρα» ήταν πλούσια σε αργυρούχο μόλυβδο, ρώτησε τον καπετάνιο από πού την είχε φορτώσει και εκείνος του απάντησε «κάτω από τις καβοκολώνες της Ελλάδας» (Σούνιο).

Σημασία έχει πως με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, ο Σερπιέρι πληροφορείται για τον πλούτο της λαυρεωτικής γης και σύντομα ξεφορτώνεται αρχικά στο Σούνιο κι έπειτα στο λιμάνι του έρημου Λαυρίου, κάνει τις μελέτες του και διαπιστώνει το ακριβό εύρημα. «Ο Ιταλός αυτός Σερπιέρης, ευφυής και έντεχνος κερδοσκόπος, φαίνεται ως πρόσωπον μυθιστορικόν κατά τας τότε κυκλοφορούσας φήμας. […] Πληροφορηθείς τα περί Λαυρίου κατέφυγε εις τον Στράβωνα ονειροπολών εκατομμύρια…» γράφει ο Επ. Κ. Κυριακίδης στην «Ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού. Από της ιδρύσεως του βασιλείου της Ελλάδος μέχρι των ημερών-μας / 1832-1892».

© ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το εγχείρημα είναι μεγάλο και χρειάζεται κεφάλαιο. Ο Σερπιέρι επιστρέφει στην έδρα της δράσης του, στη Μασσαλία, και ψάχνει για χρηματοδότες και μάλιστα Γάλλους, καθώς προτίθεται να «αξιοποιήσει» τον νόμο ΧΠΑ΄ του 1861, που ανοίγει την πόρτα στις γαλλικές ανώνυμες εταιρείες να εξασκούν τα δικαιώματά τους και στην Ελλάδα (την επόμενη δεκαετία, ο Κουμουνδούρος, μιλώντας στη Βουλή, σημειώνει: «…θέλει αποδειχθή σήμερον εάν ημπορούν εταιρείαι να ζήσουν εν Ελλάδι και να κερδοσκοπήσουν, διότι δεν είναι δυνατόν να έρχονται εταιρείαι εις την Ελλάδα, εάν δεν ημπορούν να κερδοσκοπήσουν…»!)

Πρώτος ενδιαφερόμενος είναι ο Γάλλος Hilarion Roux του τραπεζικού οίκου «I.Roux – Fressynet» και ακολουθεί η χιώτικη οικογένεια Ροδοκανάκη. Τα τρία μέλη ιδρύουν την εταιρεία «Roux – Serpieri – Fressynet C.E.» και τον Απρίλιο του 1864 υποβάλουν στο ελληνικό κράτος μελέτη παραχώρησης εκμετάλλευσης.

Η Ελλάδα, όχι μόνο αποδέχεται το αίτημα του Ιταλού επιχειρηματία, αλλά –με βασιλική παραίνεση- παραχωρεί στη γαλλο-ιταλική εταιρεία και έκταση περίπου 11.000 στρεμμάτων για να αναπτύξει το εγχείρημά της. Ο Σερπιέρι δεν αφήνει στιγμή να πάει χαμένη.

Σε χρόνο ρεκόρ στήνει εγκαταστάσεις επεξεργασίας, μεταφοράς, καμίνευσης και φόρτωσης των μεταλλευμάτων σε πλοία. Όσο για το ανθρώπινο δυναμικό, ο πρώτος… τροφοδότης του είναι ντόπιος μικρέμπορος, που γνωρίζει τα κατατόπια. Αυτός γίνεται και ο εργολάβος, που θα πλουτίσει αργότερα στην πλάτη των απελπισμένων για ένα κομμάτι ψωμί συμπατριωτών του… Η συμφωνία είναι να τους προσλαμβάνει εκείνος και κατόπιν να τους «νοικιάζει» στην εταιρεία. Ο Σερπιέρι θα καταβάλλει στον εργολάβο τα μεροκάματα των εργατών, αυτός θα κρατάει τη «σεβαστή» προμήθειά του και τα υπόλοιπα θα φτάνουν μόλις και μετά βίας στα πεινασμένα στόματα των μεταλλωρύχων.

Και από εκεί, που στην αρχαιότητα συντηρούν γενιές και γενιές εργατών σκλάβων, τα μεταλλεία του Λαυρίου έρχονται στην νεότερη πια Ελλάδα να γεννήσουν μια νέα φουρνιά περίπου 3.000 σκλάβων, απομυζώντας τα νιάτα, το σφρίγος, τη δύναμη ρακένδυτων ντόπιων και «ξενομεριτών» που πέφτουν στην ανάγκη του Σερπιέρι.

Η δουλειά είναι σκληρή, εξοντωτική, επικίνδυνη. Οι εργάτες πρέπει να ανοίγουν στοές και κάτω από πρόχειρα επισφαλή υπόστεγα, όπου ο φρέσκος αέρας περνάει με το σταγονόμετρο, να σκάβουν με τις ώρες και να εξορύσσουν το μετάλλευμα. Το μεροκάματο για 12 και 14 ώρες δουλειάς επί επτά μέρες την εβδομάδα, δεν ξεπερνά τις 3,5 δραχμές, εκ των οποίων 60 ή 70 λεπτά παίρνει ο εργολάβος! Οι γυναίκες, ενίοτε και τα παιδιά τους, μεταφέρουν χώματα σε φορτηγά πλοία, που είναι αραγμένα στο λιμάνι του Λαυρίου. Και μόνον ότι εργάζονται στον φρέσκο αέρα, η δουλειά τους καθίσταται «ευκολότερη» και λιγότερο αμειβόμενη. Οι εργάτες στα χώματα παίρνουν 2 δραχμές την ημέρα, εκ των οποίων τα 40 λεπτά καταλήγουν στην τσέπη του εργολάβου. Κι όταν η δουλειά τελειώνει κι έρχεται η στιγμή να ξεκουραστούν, μαζεύονται στα υγρά καλύβια που έστησε γι αυτούς το αφεντικό και πλαγιάζουν στα νοτισμένα στρώματα που τους παραχώρησε… Οι μακρινοί «ευεργέτες», εκμεταλλευόμενοι τις δραματικές προσπάθειες της χώρας να σταθεί στα πόδια της, έχουν στήσει και συντηρούν στο Λαύριο μια ολόκληρη χρυσοφόρα πόλη, θεμελιωμένη στην πείνα των εξαθλιωμένων εργατών.

© ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι αντιπαραθέσεις στο πολιτικό πεδίο συνεχίζονται. Τα χαϊδολογήματα κάποιων εφημερίδων, που συντηρούνται δια της πλαγίας από τον Σερπιέρι και παρουσιάζουν «ιδανικές για τον τόπο και τον εργαζόμενο» τις συνθήκες στο κάτεργο του Λαυρίου, δεν πείθουν…

«Ο πρόεδρος της Βουλής, βουλευταί τινές και άλλοι πολίται μετέβησαν εις Λαύριον […] Οι επισκεφθέντες τα μέρη εκείνα είδον έργα, άτινα διήγειραν την έκπληξιν και τον θαυμασμόν των, επείσθησαν, δε, ότι είναι όνειρον, ότι άλλη τις Εταιρία δύναται να φθάση εις την τελειότητα και το μέγεθος των επιχειρήσεων ας συνετελέσατο η ήδη εργαζομένη εκεί […] Τρισχιλίοι άνθρωποι εισίν οι εν Εργαστηρίοις εργαζόμενοι, η δε άγονος, έρημος και προ τινών ετών νεκρά παραλία εκείνη κατέστη πόλις αξιοθέατος […]» δημοσιεύει την άνοιξη του 1871 η εφημερίδα «Αιών»!

Στην κεφαλή της κυβέρνησης εναλλάσσονται, στο μεταξύ, με χαρακτηριστική ταχύτητα Δημήτριος Βούλγαρης, Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, με μικρές σφήνες τον Μπενιζέλο Ρούφο, τον Αριστείδη Μωραϊτίνη και τον Θρασύβουλο Ζαϊμη.

Το μεγάλο χρηματιστηριακό σκάνδαλο

Τα έτη 1868-69, διαρκούσης της θητείας του Δημητρίου Βούλγαρη στο τιμόνι της χώρας κι ενώ οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του Σερπιέρι «αποψιλώνουν» ανενόχλητα -εκτός από τα σπλάχνα- και την επιφάνεια του εδάφους στο Λαυρίου, ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης στη βουλή, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης καταγγέλλει ότι ο «ξένος επένδυτης» που ήρθε στην Ελλάδα για να δώσει στη χώρα ανάσα ζωής, εκμεταλλεύεται παράνομα τον πλούτο της.

Η σύμβαση που έχει κάνει με το ελληνικό κράτος αφορά εξόρυξη μεταλλεύματος από το υπέδαφος και όχι συλλογή και εκμετάλλευση του εδάφους, λέει ο καταγγέλλων και καλεί τον πρωθυπουργό να απολογηθεί… Εκείνος με τη σειρά του, ανοίγει μέτωπο με τον ξένο επιχειρηματία, ο οποίος ωστόσο ουδόλως πτοείται. Υποστηρίζει πως η υπογεγραμμένη σύμβαση περιλαμβάνει και την εκμετάλλευση του εδάφους και –προχωρώντας απευθείας στο… παρασύνθημα, θαρρείς και δεν υπάρχει δικαστική οδός- προειδοποιεί ότι αν αυτό δεν γίνει κατανοητό από την Ελλάδα, τη διαφορά θα κληθούν να λύσουν οι μεγάλες δυνάμεις. Το «Λαυρεωτικό Ζήτημα» έχει ανοίξει… Η Ελλάδα επιμένει και αντιστοίχως επιμένουν η Γαλλία και η Ιταλία, που έχουν ήδη επιστρατευτεί από τον Σερπιέρι.

Μαρτυρίες αυτοπτών, κάνουν λόγο για ελεγκτές του ελληνικού κράτους, που επισκέπτονται τον επιχειρηματία προκειμένου να τον ενημερώσουν για την εκ μέρους του διενεργούμενη παράνομη εκμετάλλευση των υπολειμμάτων μεταλλεύματος και διώκονται από εκείνον.

Στο μεταξύ, ο Βούλγαρης παραιτείται και ο βασιλεύς Γεώργιος καλεί τον Δεληγιώργη. Ταυτόχρονα, ο Γεώργιος ζητεί τη βοήθεια του πάμπλουτου Έλληνα τραπεζίτη, ιδιοκτήτη της Τράπεζας Κωνσταντινουπόλεως, και όχι μόνον, Ανδρέα Συγγρού. Εκείνος, αντί σημαντικών «κινήτρων» εκ μέρους του ελληνικού κράτους, που συνίστανται κυρίως στη μείωση της φορολόγησής του, δέχεται να καταβάλει αντίτιμο στους μετόχους της «Roux – Serpieri – Fressynet C.E.» και οι μετοχές της να μεταβιβαστούν στην τράπεζά του. Έτσι η επιχείρηση θα περάσει σε ελληνικά χέρια, τα στόματα περί ξεπουλήματος της εθνικής περιουσίας θα βουλώσουν και η Ελλάδα θα σώσει τη χαμένη της τιμή… Η εταιρεία εκμετάλλευσης της λαυρεωτικής γης μετονομάζεται σε «Ελληνική Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου» (ΕΕΜΛ), με κύριο μέτοχο τον Συγγρό. Η νέα εταιρεία νομιμοποιείται να εκμεταλλεύεται τα προϊόντα του εδάφους του Λαυρίου. Δύο χρόνια μετά, το 1875, ο Σερπιέρι θα ιδρύσει μια νέα εταιρεία, τη Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου, η οποία ασχολείται μόνον και αυστηρά με την εξόρυξη μεταλλεύματος. «Η αρχική εταιρεία του Σερπιέρι κέρδισε τα μέγιστα, δεδομένου ότι είχε βάλει ελάχιστα κεφάλαια. Αυτό που εκχωρήθηκε στη νέα εταιρεία Συγγρού – Σερπιέρι ήταν ελληνικός εθνικός πλούτος» θα επισημάνει στη Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος ο Σπύρος Μαρκεζίνης.

© ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αλλά στο μεταξύ, όσο η επίλυση της διαφοράς έχει συρθεί, τόσο η υπόθεση έχει πάρει διαστάσεις μύθου στην ελληνική κοινή γνώμη. Σ΄ εκείνη την κρίσιμη στιγμή της «σωτήριας παρέμβασης» του Συγγρού, οι φήμες που κάνουν λόγο για «κοιτάσματα χρυσού» στα μεταλλεία του Λαυρίου, δεν διαψεύδονται από κανέναν. Οι κακές γλώσσες μάλιστα λένε πως μάλλον υποδαυλίζονται από τον ίδιο τον Συγγρό. Έτσι, η μετοχή της δικής του πια εξορυκτικής εταιρείας εκτοξεύεται στα ύψη και γίνεται ανάρπαστη.

Στην «Ωραία Ελλάδα», το καφενείο στη διασταύρωση των δρόμων Ερμού και Αιόλου, όπου «προδιαγράφεται το μέλλον κυβερνήσεων και πολιτικών ανδρών», τα πηγαδάκια παίρνουν φωτιά. Η υποτιθέμενη «φλέβα χρυσού» του Λαυρίου δίνει ελπίδα στους νοικοκύρηδες, που έχουν προλάβει να κάνουν ένα κομπόδεμα, ανοίγει την όρεξη τυχοδιωκτών και «γεννά» όνειρα ακόμα και στους πλέον αναξιοπαθούντες Έλληνες, που δανείζονται για να αποκτήσουν μετοχές της εταιρείας. Ακόμα και εταιρείες νεότευκτες, πολλά υποσχόμενες, αναστέλλουν τη δραστηριότητά τους για να μπουν στον φρενήρη επενδυτικό χορό… Όλοι σπεύδουν να αγοράσουν.

Η φρενίτιδα διαρκεί για λίγες μόνον εβδομάδες και κάποτε η φούσκα σκάει και η επένδυση γκρεμοτσακίζεται. Εν μία νυκτί η αξία της κάθε μετοχής πέφτει κατά 70%. Η για αιώνες φτωχοποιημένη Ελλάδα φτωχοποιείται εκ νέου στο όνομα συμφερόντων που κατέχουν καλά το χρηματιστηριακό παιχνίδι…

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, θύμα και ο ίδιος των Λαυρεωτικών, έχοντας απολέσει όλη του την περιουσία αγοράζοντας μετοχές της εταιρείας Λαυρίου, θα γράψει σε σαρκαστικό άρθρο του υπό τον τίτλο «Η σκνίπα»: «Στην προγονική μας ιστορία άφησε εποχή η κάθοδος των Ηρακλειδών. Οι απόγονοί μας, όμως, θα μνημονεύουν για πάντα την κάθοδο των ομογενών. Οι ιστορικοί, μετά από χίλια χρόνια, θα διηγούνται ότι στα μέσα του 19ου αιώνα, επέδραμε στην Αττική, από τα παράλια του θρακικού Βοσπόρου, μία φυλή ανθρώπων, που καυχιόντουσαν για την ελληνική καταγωγή τους και τον πατριωτισμό τους. Οι επιδρομείς αυτοί καθοδηγούνταν από ένα στρατηλάτη που επέβαινε σε ίππο, είχε πλατιά ρουθούνια, μακριά δόντια, οφθαλμούς που εξείχαν, φορούσε δε κεντητά πουκάμισα και αφαιρούσε τον άρτο από το στόμα των φτωχών. […] Άλλος πάλι ιστορικός θα παρατηρούσε ότι αδικήθηκαν οι ομογενείς, που χαρακτηρίστηκαν απλά ως ψωμάρπαγες, ενώ απεναντίας ήταν σαρκοβόροι και μάλιστα ανθρωποφάγοι, τρεφόμενοι από κρέας αυτοχθόνων, που τους συλλάμβαναν με ειδική παγίδα, δικής τους εφευρέσεως, την οποία αποκαλούσαν ΜΕΤΟΧΗ!».

Ο Σερπιέρι εξακολουθεί να σέρνει το άρμα του Λαυρίου. Ο Συγγρός είναι τραπεζίτης και από γη δεν ξέρει. Καθώς λοιπόν οι μετοχές της εταιρείας κατρακυλούν, ακόμη κι αν έχουν πλουτίσει ολίγες τσέπες, η ζωή των μεταλλωρύχων δυσκολεύει ακόμη περισσότερο.

Σύμφωνα με την ιστορία του Ιω. Κορδάτου, προϊόντος του χρόνου, δύο φορές, το 1883 και το 1887, οι εργάτες επιχείρησαν ανεπιτυχώς να απεργήσουν διεκδικώντας μεγαλύτερα μεροκάματα, καθιέρωση της Κυριακής ως αργίας, και έργα υποδομής που να τους προστατεύουν από ατυχήματα. Στο μεταξύ, κατά την καταγραφή του ιστορικού, δεν περνούσε εβδομάδα χωρίς ατύχημα, χωρίς αίμα, χωρίς κλάμα. «Η δε εταιρεία, όταν κάποιος εργάτης σακατευόταν στη δουλειά, τον πετούσε σαν την τρίχα από το ζυμάρι, χωρίς να τον αποζημιώνει»…

Η απεργία

Πριν το γύρισμα του αιώνα και καθώς διαπιστώνουν πως δεν έχουν πια να περιμένουν πολλά ούτε από το κράτος, που περί άλλων τυρβάζει ούτε ασφαλώς από την εργοδοσία τους, οι μεταλλωρύχοι του Λαυρίου αποφασίζουν να κάνουν το μεγάλο βήμα. Έχει προηγηθεί η μεγάλη απεργία των εργατών στα ναυπηγεία της Σύρου (1879), με θετικά γι αυτούς αποτελέσματα και ορκίζονται να ακολουθήσουν με αντίστοιχη επιτυχία…

Αυτή τη φορά οργανώνονται καλύτερα. Θα απέχουν από τις στοές έως ότου ικανοποιηθούν και τα δικά τους αιτήματα. Τα ξημερώματα της 8ης Απριλίου του 1896, οι μεταλλωρύχοι δεν πιάνουν δουλειά. Κλείνουν τις εισόδους των στοών και προβάλλουν τα αιτήματά τους. Εκτός από την αύξηση του μεροκάματου και την καθιέρωση της κυριακάτικης αργίας, ζητούν να ανεγερθεί νοσοκομείο, όπου θα μπορούν άμεσα και ασφαλώς να περιθάλπονται όταν τραυματίζονται στη δουλειά, σπίτια της προκοπής για να μην πεθαίνουν από τη φυματίωση που θερίζει αδιακρίτως και κατάργηση των εργολάβων.

Έχοντας την εμπειρία των προηγούμενων εγχειρημάτων ο Σερπιέρι έχει προετοιμάσει την εναλλακτική του. Βρίσκεται ήδη σε επαφή με τις δυνάμεις καταστολής, που αναλαμβάνουν να συνετίσουν τους απεργούς κι επιπλέον, είναι αποφασισμένος, αν η αποχή τραβήξει σε μάκρος, να τους αντικαταστήσει.

Αρχικά, μία επιτροπή εργατών επιχειρεί να πλησιάσει το γραφείο της διοίκησης για να εκθέσει τα αιτήματα στον διαχειριστή της εργοδοσίας. Αλλά κάποιοι από την προσωποφρουρά του Σερπιέρι πυροβολούν στο ψαχνό, πυροδοτώντας οργή. Με τους πυροβολισμούς, δύο μεταλλωρύχοι πέφτουν νεκροί και οι υπόλοιποι ορμούν μανιασμένοι στο εσωτερικό του κτηρίου της διοίκησης, όπου ποδοπατούν μπράβους του επιχειρηματία και καίνε ό,τι βρίσκουν. Ο Σερπιέρι που βρίσκεται στη βίλα του, σε μικρή απόσταση από τις εγκαταστάσεις των μεταλλείων, φυγαδεύεται. Στον τόπο καταφθάνει η αστυνομία, αλλά οι απεργοί δεν υποχωρούν. Τότε η κυβέρνηση στέλνει στρατό κι ένας νέος κύκλος συμπλοκών ανοίγει. Άλλοι δύο μεταλλωρύχοι πέφτουν νεκροί. Ένας ακόμη τραυματίζεται και εκπνέει αργότερα.

Η απεργία λήγει στις 21 Απριλίου. Το κέρδος είναι μια πεντάρα. Τόση αύξηση πετυχαίνουν στο μεροκάματό τους οι απεργοί και τίποτε από τα υπόλοιπα αιτήματα. Βάζουν, όμως, το θεμέλιο λίθο για τους κατοπινούς αγώνες τους, που έτσι κι αλλιώς δεν διαρκούν πολύ.

Έχοντας προσαρμοστεί στις διακυμάνσεις της ιστορίας (μικρασιατική καταστροφή, παγκόσμιοι πόλεμοι κ.λ.π.) και υποστεί όλες τις συνέπειές της, τα μηχανήματα στο Λαύριο σιγούν δια παντός, το 1977 για μεταλλευτικές εργασίες και το 1982 για μεταλλουργικές.

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *