Κλινικές μελέτες: «Η βούληση δεν φτάνει, χρειάζεται και η υποδομή»

Υγεία

«Όριο» στις κλινικές μελέτες βάζουν οι υφιστάμενες ψηφιακές δυνατότητες των νοσοκομείων, σε συνδυασμό με την υποστελέχωση και την έλλειψη «κουλτούρας εκπαίδευσης» των επαγγελματιών υγείας και «αξιολόγησης της καινοτομίας». Το τελευταίο διάστημα υπάρχει πρόοδος και επιτάχυνση διαδικασιών, ενώ η ψηφιακή αναβάθμιση των νοσοκομείων με τα προγράμματα από το Ταμείο Ανάκαμψης, αναμένεται να δώσει λύσεις.

Αυτά επισημάνθηκαν, μεταξύ άλλων, στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κλινικών Μελετών & Έρευνας που διοργάνωσε ο Σύλλογος Αντιπροσώπων Φαρμακευτικών Ειδών και Ειδικοτήτων (Σ.Α.Φ.Ε.Ε.), την Τετάρτη (16/11/2022). Το πώς μπορεί να αυξηθεί ο αριθμός των κλινικών μελετών που διενεργούνται στη χώρα μας, και αντίστοιχα το όφελος για το ΕΣΥ και την εθνική οικονομία, απασχόλησε τους ομιλητές στα στρογγυλά τραπέζια του συνεδρίου, ενώ τέθηκαν και ζητήματα για την αξιολόγηση της φαρμακευτικής καινοτομίας και την πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών.

«Τα νέα φάρμακα αναπτύσσονται πλέον με τεχνικές κβαντικής μηχανικής, με μαθηματικούς τύπους, αναπτύσσονται φάρμακα που δρουν και επιδρούν σε συγκεκριμένους υποδοχείς στα ανθρώπινα κύτταρα. Πλέον, σπάνια και ορφανά νοσήματα έχουν αρχίσει να βρίσκουν ένα αποκούμπι, μία ελπίδα μέσα από την καινοτομία» ανέφερε ο πρόεδρος του ΕΟΦ, Δημήτρης Φιλίππου, τονίζοντας όμως ότι το βασικό μειονέκτημα της καινοτομίας είναι η επιβάρυνση των συστημάτων υγείας. «Τα καινοτόμα φάρμακα και το κόστος τους αλλάζουν τον τρόπο κατανομής της φαρμακευτικής δαπάνης, όμως είναι απαραίτητα. Άρα η μεγάλη πρόκληση είναι πώς θα καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε όλα αυτά τα προβλήματα που συνεπάγεται η εισαγωγή της καινοτομίας, ώστε να υπητερετεί τον άνθρωπο». Σύμφωνα με τον κ. Φιλίππου, πρόκληση είναι η πρώιμη πρόσβαση των ασθενών, η ταχύτερη δυνατή αδειοδότηση των φαρμάκων σε συνεργασία με τις ευρωπαϊκές αρχές, και πώς οι κλινικές μελέτες, οι οποίες παρέχουν πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα και ποιοτική παροχή υπηρεσιών υγείας στους ασθενείς, πώς θα υπηρετήσουν το σύστημα υγείας ώστε να αντλήσει πόρους. «Η βούληση δεν φτάνει, χρειάζεται και η υποδομή» σημείωσε.

Πρόγραμμα δράσης για να φτάσουμε σε μεγαλύτερα μεγέθη, τόνισε ότι χρειάζεται ο Ιωάννης Χονδρέλης (διευθυντής Ιατρικού Τμήματος ΦΑΡΜΑΣΕΡΒ-ΛΙΛΛΥ, συντονιστής ομάδα Κλινικών Μελετών ΣΦΕΕ), αναφερόμενος στο ποσό των 250 εκατ. ευρώ βάσει μελέτης του ΣΦΕΕ, που θα μπορούσε να αντλήσει η χώρα από επενδύσεις σε κλινικές μελέτες. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Κατερίνα Γεωργοπούλου (Country Clinical Operations Manager AbbVie) πρόσθεσε ότι «μπορούμε να έχουμε πιο πολλές μελέτες, όμως υπάρχει όριο». Το όριο βάζει ο αριθμός των διαθέσιμων κέντρων, ποια νοσοκομεία μπορούν να υποστηρίξουν παρεμβατικές μελέτες, αλλά και πώς θα αυξηθούν οι ασθενείς που συμμετέχουν, γιατί πολλές φορές τα Κέντρα δεν έχουν ασθενείς να εντάξουν.

Στην υποστελέχωση των νοσοκομείων και των φαρμακείων τους, αναφέρθηκε η Δέσποινα Μακριδάκη, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοποιών Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων. Επίσης, έθεσε θέμα εκπαίδευσης σε προπτυχιακό επίπεδο για γιατρούς και φαρμακοποιούς. Η Όλγα Οικονόμου, πρόεδρος Πανελλήνιας Ένωσης Σπανίων Παθήσεων, υπερθεμάτισε προσθέτοντας στο πρόβλημα της υποστελέχωσης και τον ΕΟΦ. «Έχει αντίκτυπο στις μελέτες που διεκδικούμε, ο ΕΟΦ πρέπει να πάρει τα πράγματα στα χέρια του» ανέφερε χαρακτηριστικά. Ως προς την πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία, η κυρία Μακριδάκη τόνισε ότι οι «Έλληνες είναι τυχεροί σε σύγκριση με άλλες χώρες, δεν μένουν μακριά από την κατάλληλη θεραπεία».

Η Ελλάδα δεν είναι ουραγός στην καινοτομία

Αυτό υποστήριξε και η Βασιλική-Κωνσταντίνα Γκογκοζώτου, μη εκτελεστική πρόεδρος ΕΟΠΥΥ και πρόεδρος Επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων: «Δεν είμαστε ουραγός στις καινοτόμες θεραπείες ως χώρα, είμαστε σίγουρα στην πρώτη δεκάδα χωρών και μέσω των συστημάτων ηλεκτρονικής προέγκρισης, έχουν πρόσβαση στις συγκεκριμένες θεραπείες πολλοί ασθενείς, πριν καν το φάρμακο πάρει τιμή ή αξιολογηθεί από την Eπιτροπή HTA».

Στα βήματα που έχουν γίνει το τελευταίο διάστημα ως προς τη βελτίωση του πλαισιού για τις κλινικές μελέτες, αλλά και το σχεδιασμό για την ψηφιακή αναβάθμιση των νοσοκομείων, αναφέρθηκε ο γενικός γραμματέας Υπηρεσιών Υγείας, Ιωάννης Κωτσιόπουλος. «Τα νοσοκομεία δεν είχαν κανένα όφελος κάνοντας κλινικές μελέτες. Ρυθμίστηκε αυτή η στρέβλωση με νομοσχέδιο που ψηφίστηκε το καλοκαίρι και πλέον τα νοσοκομεία μπορούν να επανεπενδύσουν τα έσοδα» από κλινικές μελέτες σε εξοπλισμό κ.α.. Σύμφωνα με τον κ. Κωτσιόπουλο, το έλλειμμα βρίσκεται στην εκπαίδευση και στην κατανόηση μέσα στα νοσοκομεία, καθώς το τι σημαίνει κλινική έρευνα δεν είναι πάντα κατανοητό από όλους τους διοικητές ή τους υπαλλήλους που παίζουν ρόλο στις διαδικασίες. Επιπλέον, «για να είμαστε ανταγωνιστικοί, πρέπει οι ψηφιακές υποδομές των νοσοκομείων να μπορούν να υποστηρίξουν μια κλινική έρευνα» σημείωσε. Αυτό, το υπουργείο Υγείας φιλοδοξεί να αλλάξει, με το πρόγραμμα άνω των 300 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης για την ψηφιακή αναβάθμιση των νοσοκομείων.

Τέλος, ο κ. Κωτσιόπουλος δήλωσε ότι «τα πράγματα θα αλλάξουν, όταν αποκτήσουμε περισσότερα και καλύτερα κλινικά δεδομένα. Έχουμε λίγα δεδομένα, γιατί το περιβάλλον εργασίας γιατρών και νοσηλευτών βασίζεται στο χαρτί, το οποίο πολύ δύσκολα ψηφιοποιείται. Άρα οραματιζόμαστε paperless ή paperlight νοσοκομεία».

Ακολουθήστε το Newsbomb και στο κανάλι μας στο YouTube.

Διαβάστε επίσης:

Συνέδριο ΣΑΦΕΕ: Επένδυση για την υγεία οι κλινικές μελέτες

Κλινικές μελέτες: Στόχος η επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης



Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *